O Chevalier de Meré (1607-1684), γάλλος ευγενής και διάσημος παίκτης τυχερών παιχνιδιών στα μέσα του 17ου αιώνα, στοιχημάτιζε στο ότι θα φέρει τουλάχιστον ένα σε τέσσερις ζαριές με ένα ζάρι και κατά κανόνα κέρδιζε.
Μέσα στις προκλήσεις των τζογαδόρων της εποχής σκέφτηκε και έναν άλλο συνδυασμό για να κερδίζει: να στοιχηματίσει στο ότι θα φέρει τουλάχιστον δύο εξάρια σε ζαριές με δύο ζάρια. Και πίστευε ότι θα είχε την ίδια επιτυχία με την προηγούμενη, γιατί πίστευε ότι ο λόγος προς (ο αριθμός των εδρών του ζαριού) είναι ίσος με το λόγο του προς (ο αριθμός των δυνατών συνδυασμών των εδρών ζαριών). Το κακό είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση έχανε. Τότε έσπευσε να συμβουλευτεί τον Pascal.
Το παράδοξο μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο κάτω από την ισχύ ενός "νόμου" που είναι γνωστός ως ο παλιός νόμος των παικτών (βλέπε τη μελέτη του W.Weaver στο βιβλίο του "Lady Luck, the theory of probability. Anchor Books, Doubleday & Combany, Inc. Garden City, New York, 1963, σελ. 115-123")
Ένα άλλο παράδοξο του de Mere
Ο de Mere συνήθιζε να παίζει με τρία ζάρια ποντάροντας εναλλακτικά στο άθροισμα ή γιατί πίστευε ότι πρόκειται για ισοπίθανες περιπτώσεις.
Πράγματι, ο de Mere υπολόγιζε ότι υπάρχουν έξι τρόποι για εμφάνιση του , οι:
και άλλοι έξι για εμφάνιση του . οι:
Στην πράξη όμως διαπίστωσε ότι το έρχεται συχνότερα από το , πράγμα που το θεώρησε παράδοξο. Έθεσε το πρόβλημα στον Pascal. ο οποίος έλυσε σωστά το πρόβλημα καθορίζοντας ως σύνολο ισοπίθανων δυνατών περιπτώσεων (δειγματοχώρο) το σύνολο των 63=216 διατεταγμένων τριάδων
και όχι τις μη διατεταγμένες τριάδες που σχηματίζονται με τα τρία ζάρια. Ο Pascal παρατήρησε ότι ο τρόπος πετυχαίνεται με έξι διατεταγμένες τριάδες, τις . Όμοια ο τρόπος πετυχαίνεται με τρεις διατεταγμένες τριάδες, τις , ενώ ο τρόπος πετυχαίνεται με μία μοναδική τριάδα. Μετρώντας τώρα όλες τις διατεταγμένες τριάδες που δίνουν ή και θέτοντας ή την αντίστοιχη πιθανότητα βρίσκουμε:
Άρα που σημαίνει ότι το εμφανίζεται συχνότερα από το , όπως σωστά παρατήρησε ο de Mere.